Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Τα όνειρα δεν τελειώνουν ποτέ!

Και σήμερα που ο καιρός νευρίασε, που βρέχει καταρρακτωδώς λες κι ο Θεός βάλθηκε να ξεβρομίσει όλα τ’ άπλυτα της γης, σήμερα που ο άνεμος ξεθύμανε στα ξεραμένα φύλλα και σκουπίδια της πόλης, σήμερα η Βίκυ ήταν που αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τα δικά της.
Η τηλεόραση έπαιζε όπως πάντα! Η τηλεόραση! Μια μικρή διακοπή για διαφημίσεις κι αυτόματα ο ήχος γινόταν πιο δυνατός, έτσι ώστε να κάνει σωστά τη δουλειά της. Την πλύση εγκεφάλου δηλαδή κι ύστερα ξανά η πρωινή απαισιόδοξη μουρμούρα. Το ανύπαρκτο μέλλον, το τέλος της ευημερίας και, οι ομιλούντες δημοσιογράφοι και πολιτικοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι με κείνο, το ίδιο ύφος της δήθεν θλίψης. Πιο μέσα όμως, η Βίκυ το είχε διακρίνει καιρό τώρα, διαγραφόταν ένα χαμόγελο. Ένα πονηρό χαμόγελο! Όσο υπήρχαν δυσοίωνες ειδήσεις, αυτοί είχαν σίγουρη την καλοπληρωμένη καρέκλα τους στο κανάλι. Οι ίδιοι και οι ίδιοι για χρόνια! Ξεκίνησαν νέοι και σήμερα μεσήλικες, καρφωμένοι στην ίδια καρέκλα υποστηρίζουν δήθεν τα προβλήματα του κόσμου ή του κοσμάκη ή του λαού, λες κι αυτοί ανήκουν στους άλλους… του ποιους άραγε;
Πήρε το τηλεκοντρόλ και την έκλεισε. Οριστικά τούτη τη φορά. Το υποσχέθηκε εκείνη τη στιγμή στον εαυτό της. Η ησυχία απλώθηκε άμεσα στο άδειο μικρό διαμέρισμα και η Βίκυ συνειδητοποίησε τη μοναξιά. Ξεφύσησε παρατεταμένα δίνοντας χώρο στα πιεσμένα πνευμόνια της. Ε, ναι, λοιπόν, ήταν μόνη! Δύο ολόκληρα χρόνια μόνη και είχε κλείσει τα τριάντα εννιά! Συμπληρωμένα μάλιστα. Δυο μήνες πριν είχε τα γενέθλια της και δεν το ανακοίνωσε ούτε στην κολλητή της. Όχι γιατί έκρυβε τα χρόνια της, όχι! Επειδή δεν ήθελε να τα γιορτάσει. Ο Στέφανος την είχε αφήσει. Ο έρωτας, η αγάπη και ασφάλεια της, ήταν αλλού… Αγαπούσε έξι μήνες άλλη. Ό,τι έκαναν τόσα χρόνια μαζί, τώρα τα ξαναζούσε με την άλλη.
Άνοιξε το συρτάρι, το τρίτο απ’ τα ντουλάπια της κουζίνας που ήταν στον ίδιο χώρο με το καθιστικό στο μικρό της διαμέρισμα και, άρπαξε για πολλοστή φορά το λευκό χαρτί. Το επίσημο και καθαρογραμμένο που επιβεβαίωνε τη διάλυση του γάμου τους. Το διαζύγιο! Έτσι λοιπόν τελειώνουν οι αγάπες; Έτσι γκρεμίζονται τα όνειρα; Έτσι αλλάζει πορεία το δήθεν χτισμένο μέλλον; Έτσι μ’ ένα ψυχρό χαρτί; Της το είχε πει κι η κολλητή της στη δουλειά, όταν της τα ’λεγε. Η Φωτεινή. «Α, καλά… εκεί είσαι ακόμα; Δηλαδή τι νόμιζες ρε Βικάκι; Ότι φόρεσες νυφικό, ευλογήθηκες απ’ τους παπάδες και καθάρισες με την αγάπη, με τη ζωή και με το μέλλον;»
Την είχε κοιτάξει περίεργα η Βίκυ τη Φωτεινή. Σαν ον άλλου πλανήτη και η απάντηση βγήκε καθυστερημένα. «Ναι, το πίστευα, κακό είναι;» «Αφελές!» Και την κουβέντα είχε διακόψει ο πρώτος πελάτης που μπήκε στο μαγαζί που δούλευαν.
Σήμερα Κυριακή, δεν δούλευε κι ούτε είχε να μαγειρέψει για να φάνε με τον Στέφανο που δεν ήθελε ακόμα παιδιά. Ούτε σιδέρωμα είχε κι ούτε λόγο να κρατήσει νοικοκυρεμένο το σπίτι τους. Άλλωστε τώρα ζούσε σ’ αυτό που είχε κληρονομήσει, το μοναδικό, από τη μάνα της κι ίσα που χώρεσε έναν καναπέ στο καθιστικό κι ένα μονό κρεβάτι στην κρεβατοκάμαρα. Το τραπεζάκι στην κουζίνα ίσα που έφτανε για ένα σερβίτσιο φαγητού…
Ε, λοιπόν ναι! Ήταν αφελής. Δίκιο είχε η Φωτεινή. Είχε πιστέψει και στον Στέφανο και στις σπουδές της. Ο Στέφανος είχε το θράσος μετά από δώδεκα χρόνια σχέσης και έξι χρόνια γάμου, να της ζητήσει τα μισά από τα έπιπλα. Μαζί τα είχαν πληρώσει λέει και, σκόπευε γρήγορα να ανοίξει καινούριο σπιτικό. Άσε που και οι εποχές ήταν δύσκολες… το κάθαρμα!
 Μόνο την τηλεόραση διεκδίκησε η Βίκυ. «Να τα κρατήσεις όλα βρε ηλίθιε! Εγώ πού να τα βάλω; Λες και δεν ξέρεις το σπίτι της συχωρεμένης της μάνας μου…» Συμφώνησε, κοιτάζοντας την ωστόσο σαστισμένος με τη βλακεία του, υπέθεσε η Βίκυ.
Έτσι λοιπόν είχε κρατήσει μόνο την τηλεόραση που μόλις είχε απαρνηθεί. Όσο για τις περίφημες σπουδές της; Θεολογία είχε σπουδάσει κι ακόμα περίμενε τον περιβόητο ΑΣΕΠ που τελικά το είχε πάρει απόφαση: Από κει δεν είχε πια τίποτα να περιμένει. Πωλήτρια λοιπόν σε κατάστημα ακριβών επώνυμων ενδυμάτων και, οι δουλειές είχαν κατρακυλήσει πλησιάζοντας μέρα με τη μέρα το μηδέν.
Το τηλέφωνο χτύπησε τη στιγμή ακριβώς που είχε αφήσει τη ματιά της στις δύο φωτογραφίες που έστεκαν στη στενόχωρη βιβλιοθήκη, μπροστά από τα παρατεταγμένα βιβλία της. Στη μία ήταν εκείνη στα δεκαεπτά και στην άλλη… την είχε τραβήξει ο Στέφανος ένα Καλοκαίρι στη Ζάκυνθο. Έβγαινε από την παραλία με τα μαλλιά της βρεγμένα, το κορμί της μαυρισμένο και την ευτυχία αποτυπωμένη στα μάτια και το χαμόγελο της.
«Έλα Φωτεινή μου τι κάνεις;»
«Μαγειρεύω και το μεσημέρι σε περιμένω. Θα είναι κι ο Κώστας…»
«Εκτός που βρέχει, δεν σκοπεύω να κάνω το φανάρι.»
«Θα φέρει και τον Γιάννη, τον κολλητό του, εκείνον που σου άρεσε κι ας ήσουν ακόμα παντρεμένη με τον άνδρα της ζωής σου… Έκπληξη!»
«Δεν έχω κέφι.»
«Έχω όμως εγώ. Λοιπόν ντύσου, στολίσου και δεν δέχομαι άλλη κουβέντα.»
Της το ’κλεισε και η Βίκυ έβαλε τα γέλια. Ο Γιάννης! Από πού τον ξετρύπωσε; Χαμογέλασε ξανά και κοίταξε γύρω της. Δεν είχε μαγείρεμα, σιδέρωμα, σιγύρισμα… Δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν. Ήταν ελεύθερη! Έτρεξε στο μπάνιο κι έμεινε κάπου μισή ώρα στην μπανιέρα. Χρόνια είχε να απολαύσει το μπάνιο της χαλάρωσης, διαπίστωσε. Μισή ώρα μετά, παρά τη βροχή και τον άνεμο, η Βίκυ που δυο χρόνια είχε να νιώσει τόσο ελκυστική, σταμάτησε ένα ταξί. Έδωσε τη διεύθυνση στον οδηγό κι άρχισε πάλι να κάνει όνειρα!
 Πού ξέρεις ίσως το απόγευμα με φέρει ο Γιάννη στο σπίτι μου…

1 σχόλιο:

  1. θαυμασιο κ πολυ επικαιρο.περιμενουμε με ανυπομονησια το επομενο σας διηγημα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή