Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Η Μέλπω και το τηλεκοντρόλ!

«Έλα βρε Αντώνη, κλείσε πια την τηλεόραση…»
«Κι η τηλεόραση σου φταίει τώρα; Αν είναι να αλλάξω σπίτι.»
«Καλύτερα να αλλάξω εγώ, τουλάχιστον για την ώρα.»
Άρπαξε την τσάντα της η Μέλπω, βούτηξε κι ό,τι βρήκε στον καλόγερο για πανωφόρι και, μόνο έξω κατάλαβε ότι είχε πάρει του Αντώνη. Έξω η ψύχρα του Νοέμβρη φρεσκάρισε αυτόματα εκτός από το νου και το δέρμα της. Όσο για τους θορύβους της πόλης, πρώτη φορά της φάνηκαν ελκυστικοί συγκριτικά με την ηχορύπανση της τηλεόρασης μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Μα δεν ήταν πια το ίδιο της το σπίτι… όχι! Έξι χρόνια παντρεμένη με τον μεγάλο της έρωτα! Με τον ρομαντικό Αντώνη που δυστυχώς ως παντρεμένος είχε χάσει κάθε μόριο ρομαντισμού. Το πρωί πριν φύγουν για τη δουλειά τους, με ένα τέταρτο διαφορά ο καθένας, έπιναν τον καφέ τους βλέποντας τον Καμπουράκη ή τον Παπαδάκη και όλους όσους τέλειωναν σε: «ακη» και, «οπουλος» και «εας»…
Η ώρα τρεις η Μέλπω επέστρεφε μετά από ένα λεωφορείο, μετρό και δέκα λεπτά ποδαρόδρομο. Με την τσάντα να κρέμεται ακόμα στον ώμο της ετοίμαζε, τι άλλο; Το γεύμα τους! Στις τέσσερεις άκουγε τον χαρακτηριστικό ήχο του κλειδιού και αμέσως:
«Μέλπωωωω, ήρθα. Είσαι καλά; Πεινάω σαν λύκος!»
«Ετοιμάζω, σε δέκα λεπτά θα είμαστε έτοιμοι.»
Σε δέκα λεπτά ο Αντώνης με τις πιζάμες του και τη παντοφλίτσα του εμφανιζόταν στην κουζίνα, στον ίδιο χώρο με το καθιστικό. Κι ενώ στις αρχές δεν το είχε υπολογίσει, φανταστεί ή υποψιαστεί, η Μέλπω περίμενε να καθίσουν στο τραπέζι, να ανταλλάξουν δυο γλυκές τρυφερές κουβέντες, να εισπράξει ένα «μπράβο» για τις επιδόσεις της στη μαγειρική και… να μιλήσουν. Να πουν πώς πέρασαν την ημέρα τους, να κάνουν ένα σχέδιο για το βραδάκι. Όχι τίποτα σπουδαίο βρε αδελφέ… να, μια βόλτα με το αυτοκίνητο μέχρι τη Γλυφάδα. Ούτε δέκα λεπτά διαδρομή… Κι αν όχι με το αυτοκίνητο, να περπατήσουν πιασμένοι από το χέρι μέχρι το πάρκο της άλλης γειτονιάς. Είκοσι λεπτά με τα πόδια…
Εντούτοις πεντέμισι χρόνια τώρα παρακολουθεί τον Αντώνη να τρώγει διαβάζοντας την εφημερίδα του, ενώ συγχρόνως ο εχθρός, ο θορυβώδης, ανούσιος αλλά ωστόσο επικίνδυνος εχθρός, η τηλεόραση, να παίζει, να μιλάει, να ακούγεται, να υπάρχει… Ποιος το περίμενε; Αυτό το άψυχο παραλληλόγραμμο κουτί να εξελιχθεί σε εχθρό; Κανείς ή τουλάχιστον όχι η Μέλπω.
Έφτασε στο σπίτι της μάνας της πέντε λεπτά νωρίτερα, επειδή τα νεύρα της έδιναν μεγαλύτερες ωθήσεις στα πόδια της κι αντί να περπατάει, σχεδόν έτρεχε. Κοίταξε την ώρα. Έντεκα και μισή και Κυριακή. Σίγουρα θα μαγείρευε και ειδικά σήμερα, θα έτρωγε εκεί και θα άφηνε για πρώτη φορά τον Αντώνη μόνο και νηστικό! Ε, δεν πήγαινε άλλο, κάπως έπρεπε να αντιδράσει. Κάπως έπρεπε να εξολοθρεύσει τον εχθρό που είχε σπίτι της…
Στο μεταξύ ήταν η τρίτη φορά που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάνας της. Πάνω στη βιασύνη της δεν είχε πάρει τα κλειδιά του σπιτιού των γονιών της. Παραξενεύτηκε, ξαναχτύπησε και, επιτέλους! Ο χαρακτηριστικός βόμβος της πόρτας! Έσπρωξε, κάλεσε το ασανσέρ και έφτασε στον τρίτο. Ανοίγοντας την πόρτα του ασανσέρ έμεινε άναυδη. Φωνές ανακατεμένες με τους ήχους της τηλεόρασης είχαν κυριολεκτικά αναστατώσει όλο τον τρίτο όροφο και, ναι… η ηχορύπανση προερχόταν από το διαμέρισμα των γονιών της!
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας του διαμερίσματος, περίμενε, ξαναχτύπησε και, την τέταρτη φορά της άνοιξε ο πατέρας της.
«Καλώς την…»
«Τιιιι;»
«Δεν σε άκουσα Μέλπω… τι μου είπες;»
Η Μέλπω πέρασε μέσα, έκλεισε αργά την πόρτα και προχώρησε προς την κουζίνα που ήταν κι αυτή στον ίδιο χώρο με το καθιστικό και που η τηλεόραση έπαιζε στη διαπασών και που η μάνα της καθόταν αποχαυνωμένη παρακολουθώντας τα ζώδια. Άρπαξε η Μέλπω το τηλεκοντρόλ και… η ησυχία, η έλλειψη θορύβου προκάλεσε γκριμάτσες στα πρόσωπα των γονιών της. Γκριμάτσες που άλλαζαν με ταχύτητες του φωτός. Της μητέρας της την αποχαύνωση, αντικατέστησε η χλομάδα του υπέρμετρου εκνευρισμού καταγεγραμμένη σε ένα δολοφονικό βλέμμα στραμμένο στον δύστυχο πατέρα της. Εκείνου πάλι το άγριο βλέμμα του θυμού, είχε αυτόματα μετατραπεί σε ένα αγγελικό χαμόγελο. Όσο δηλαδή μπορεί να είναι αγγελικό το χαμόγελο της εκδίκησης. Ναι, έτσι κοιτούσε τη μάνα της. Ήταν σαν να της έλεγε: «σ’ τη φέραμε κυρά Βούλα… άρπα την!»
«Έχεις ξεφύγει τελείως Αλκιβιάδη… τελείως! Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Από πότε αποφασίζεις να μου κλείνεις την τηλεόραση; Έλεγε το ζώδιο του παιδιού για όλη την εβδομάδα και το ’χασα… Είσαι με τα καλά σου; Αν δεν σου αρέσει να σηκώνεσαι και να φεύγεις, άκουσες; Να φεύγεις!»
«Μαμά, εγώ έκλεισα την τηλεόραση. Εγώ, όχι ο μπαμπάς…»
Μέχρι που τη λυπήθηκε η Μέλπω έτσι που είδε τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα από την… μάλλον απόγνωση. Ακόμα και οι ρυτίδες που πλαισίωναν το χαμόγελο της βάθυναν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
«Πότε ήρθες Μέλπω; Γιατί δεν είσαι με τον Αντώνη Κυριακάτικα; Τι συμβαίνει;» Μόλις και, μάλιστα γρήγορα είχε βρει την αυτοκυριαρχία της και συνέχισε:
«Εγώ όπως βλέπεις…»
«Σταμάτα. Έχεις καταλάβει πόσο δυνατά παίζει η τηλεόραση; Όλη η πολυκατοικία έχει αναστατωθεί…»
«Επειδή γκάριζε ο πατέρας σου που με καταπιέζει. Ούτε τηλεόραση δεν μ’ αφήνει να βλέπω.»
«Κι αν τον καταπιέζεις εσύ; Τον ρωτάς αν θέλει να βλέπει τα κάτασπρα σαν μάρμαρο δόντια της παρουσιάστριας και ν’ ακούει τη φωνή της; Τον ρωτάς αν αντέχει να τη βλέπει  να χασκογελάει δίχως λόγο, να μαγειρεύει αηδίες να…»
«Να πάει σε άλλο δωμάτιο να μη βλέπει και να μην ακούει…»
«Η τηλεόραση σου ακούγεται σ’ όλη την πολυκατοικία, το άλλο δωμάτιο θα τον γλυτώσει;»
«Έλα μια καθημερινή να δεις τι γίνεται. Όλες οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών. Όπως ακούω εγώ των άλλων, ας ακούν κι αυτοί τη δικιά μας. Κοιμούνται ακόμα τα πουλάκια μου… είναι Κυριακή βλέπεις. Κι εσύ γιατί δεν είσαι σπίτι σου;»
«Γιατί κι εκεί η τηλεόραση παίζει. Ήρθα εδώ να ηρεμήσω και…»
«Να σηκωθείς και να πας στον άντρα σου που…»
Ο ήχος της πόρτας που έκλεισε, έκοψε την πρόταση της κυρά Βούλας στη μέση. Ύστερα ακόμα ένας και έμεινε μόνη. Έφυγε κι ο Αλκιβιάδης!
 «Ε, πάει τρελάθηκαν όλοι Κυριακάτικα!»
Μονολόγησε και πήρε το τηλεκοντρόλ…



2 σχόλια:

  1. αναμενουμε το επομενο διηγηματακι για να φυγη λιγο το μυαλο μας απ την μαυρη καθ/τα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. το επομενο εξωφυλλο θα μας το αναρτησετε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή