Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Το παγκάκι, η Μάίρη και η αλήθεια.


Πόσες ημέρες, πόσες εβδομάδες και πόσοι μήνες που έγιναν χρόνια; Πόσες νύχτες ερωτικές και πόσες της απογοήτευσης; Πόσες ήταν οι χαρές και πόσες οι λύπες; Πόσες επιτυχίες και αποτυχίες; Το καλό και το κακό! Το ωραίο και το άσχημο! Το φώς και το σκοτάδι. Έτσι όπως το ξημέρωμα. Ύστερα το σούρουπο και τέλος η νύχτα! Νύχτα άλλοτε αφέγγαρη, άλλοτε με μια πανσέληνο υπερήφανη και άλλοτε μ’ αυτό το βάρος του ουρανού, ίδιο με κείνο της μάνας, το γλυκό λίγο πριν υποδεχτεί τη χαρά της νέας ζωής!

Καθόταν η Μαίρη απόψε πάλι στο παγκάκι που ήξερε απ’ όταν ήταν παιδί. Το παγκάκι που στεκόταν καρφωμένο στον χωματόδρομο. Παιδί στα δέκα, σκαρφάλωναν μαζί με τα άλλα παιδιά πάνω του, πήδαγαν κι έτρεχαν κυνηγώντας το ένα τ’ άλλο. Γύρω στα δώδεκα κρυφοκοίταζαν με τις φίλες της τα ζευγαράκια. Στέκονταν πίσω από τα δύο μεγάλα πεύκα, δέκα μόλις μέτρα απ’ το παγκάκι, παρατηρώντας τα φιλιά του ζευγαριού. Φιλιά ατέλειωτα, παρατεταμένα! Χάδια απαλά ή επίμονα και επιθετικά. Κι όσα απ’ τα βράδια δεν φύσαγε ο άνεμος, άκουγαν τις ανάσες τους τεντώνοντας τα αυτιά τους μήπως πιάσουν κάτι από τους ψίθυρους.

Ποτέ δεν τα είχαν καταφέρει και τότε η περιέργεια φώλιαζε κι αγκαλιαζόταν με τις απορίες μες στο μυαλό τους. Τι ήταν εκείνα τα φιλιά στο στόμα; Πώς τα κορίτσια επέτρεπαν, εκεί στο παγκάκι της γειτονιάς τους, να αγγίζουν τα αγόρια τα πιο απόκρυφα, τα πιο δικά τους σημεία; Και τι σιγοψιθύριζαν; Ποτέ δεν άκουσαν, όμως λίγα χρόνια αργότερα η πράξη έσβησε τις απορίες τους.

Ήταν εκεί γύρω στα δεκαπέντε που τα απογεύματα, πριν το δικό τους ραντεβού με τον πρώτο αγαπημένο τους, τα κορίτσια δεν σκαρφάλωναν πια στο πράσινο παγκάκι, αλλά κάθονταν και αντάλλασαν τα δικά του κρυφά μεθυστικά μυστικά. Περιέγραφαν τη γλύκα του πρώτου φιλιού, κατέθεταν την απειρία τους για τα υπόλοιπα και κάποιες πιο προχωρημένες, έδιναν οδηγίες προς… ερωτευμένους!

Ωστόσο τα χρόνια είχαν περάσει και η Μαίρη, μάνα πια, χωρισμένη με παιδιά, υπολόγιζε εκεί στο ίδιο παγκάκι, τις χαρές, τις λύπες, τις αποτυχίες! Μέτραγε κάθε βράδυ μόνη που τέλειωσε με τα «αντα» και που είχε αρπάξει τρία χρόνια από τα πρώτα «ηντα» και που ήταν πιο μόνη από ποτέ.

Το άλλοτε φρεσκοβαμμένο πράσινο παγκάκι, σήμερα είχε το χρώμα του ξεφτισμένου ξύλου. Έτσι όπως και η ζωή της και η χώρα της και… χμ, τι νόημα είχε; Όσο έψαχνε με ξέφτια θα συγκρουόταν! Απόψε ήταν ίσως η πιο δύσκολη βραδιά της. Ίσως, επειδή μπορεί να της είχαν στήσει καρτέρι κι άλλες… Σήμερα είχε παραλάβει επίσημα το διαζύγιο της! Ένα απλό χαρτί, καθαρογραμμένο ωστόσο, μα εκείνη το έβλεπε σκοτεινό, μουτζουρωμένο, εχθρικό!

Μάιος! Ο ουρανός ξάστερος, το φεγγάρι; Χτες είχε πανσέληνο και ίσα που έλειπε ένα μικρό κομμάτι. Τα πεύκα ήταν ακόμα εκεί. Μπροστά της δεν ήταν πια χωματόδρομος, μα μια θορυβώδης λεωφόρος! Η εξέλιξη! Έφτιαχνε δρόμους, έκοβε δέντρα, εξαφάνιζε παγκάκια κι έσβηνε αναμνήσεις. Εκείνοι είχαν σταθεί τυχεροί. Είχαν καταφέρει στη γειτονιά τους να κρατήσουν το παγκάκι και τα δύο πεύκα. Όμως το μικρό πάρκο που τότε φιλοξενούσε το παγκάκι τους, είχε εξαφανιστεί έτσι όπως και τα όνειρα της! 

Απόψε που εκείνο το χαρτί είχε ακυρώσει τον έρωτα, την αγάπη και την οικογένεια, κάθισε στο παγκάκι της με άλλη διάθεση. Τρυφερή! Έτσι τη χαρακτήρισε και εντελώς αυθόρμητα χάιδεψε με τις παλάμες της το ξύλο. Σκληρό και άγριο, όπως η ίδια η ζωή, παρομοίασε. Δυο-τρεις ίνες ξύλου μπήχτηκαν στις άκρες των δαχτύλων της. Τις έβγαλε και ξεχώρισε μια στάλα αίμα. Πιπίλησε το δάχτυλο και βάλθηκε να ψάχνει, παρά το σκοτάδι, ίχνη από τα σκαλίσματα τόσων ανθρώπων που είχαν χαράξει την αγάπη τους επάνω του. Κάπου εκεί ήταν και τα χνάρια του δικού της έρωτα, μα ήταν σκοτεινά και πώς να τα ξεχωρίσει; Στο μπρελόκ των κλειδιών της κρεμόταν ένας μικρός φακός, θυμήθηκε. Αν είχε μπαταρία, αν ήταν τυχερή, κάτι θα έβρισκε. Και ήταν!  

Κώστα σ’ αγαπώ!  Κακοφτιαγμένα τα γράμματα, μια ταλαιπωρημένη καρδιά παρά δίπλα και: πολύ; Χα, δεν υπήρχε απάντηση στο ερώτημα του ερωτευμένου. Ίσως να ’χε σβήσει με τα χρόνια. Συνέχισε. Καρδιές σκαλισμένες με τόξα κάθετα, χοντροφτιαγμένα και αρχικά από ονόματα αγάπης. Κι όσο προχωρούσε διέκρινε τα: σε μισώ και οι καρδιές κατεστραμμένες πια, έκαναν το ξύλο πιο άγριο. Μα κάπου εκεί θα ήταν και το δικό τους στίγμα. Εκείνης και του Παναγιώτη. Πάνος! Μαίρη! Μ+Π= Αγάπη!     

Το βρήκε. Με δυσκολία το ξεχώρισε ανάμεσα στα άλλα. Ξεθωριασμένο, αλλά είχε παραμείνει και, τα δάκρυα θόλωσαν  τα μάτια της. Μ+Π= Αποτυχία! Αυτό ήθελε κι αυτό έπρεπε να γράψει. Να καταστρέψει κι αυτή με τα χέρια της εκείνη την Αγάπη που τη λογάριαζε για αιώνια και να συμπληρώσει την Αποτυχία! Μα δεν είχε κάτι αιχμηρό μαζί της… όμως και να ’χε, δεν είχε το κουράγιο πια.

Κι έμεινε εκεί στο παγκάκι που δεν ήταν πράσινο, ούτε λείο, φορτωμένη θλίψη και γλυκές αναμνήσεις. Εκεί πρωτογνωρίστηκαν με τον Πάνο. Καθόταν με τη Στέφη, την κολλητή της. Εκείνη της έλεγε για το πρώτο της ραντεβού χτες, για το φιλί που έκαιγε στο στόμα του Βασίλη, μα η Μαίρη κοιτούσε απέναντι τον Πάνο. Στεκόταν μόνος με την πλάτη ακουμπισμένη στον πέτρινο τοίχο της μονοκατοικίας.

«Ε, Μαίρη δεν μ’ ακούς; Α, κατάλαβα… ποιος είναι;»

«Δεν ξέρω. Από χτες με κοιτάζει. Είναι μεγαλύτερος, πρέπει να ’χει τελειώσει με το σχολείο.»

Και πριν τελειώσουν την κουβέντα τους με τη Στέφη, ο Πάνος είχε πλησιάσει και:

«Να κάτσω μαζί σας κορίτσια;»

Η Στέφη χαμογελαστή και ψύχραιμη, η Μαίρη αναψοκοκκινισμένη με την καρδιά της στο ρυθμό της σάμπας, του έκαναν χώρο. Τους συστήθηκε. Είκοσι λεπτά με τα  πόδια δρόμο έμενε. Απέναντι από το σχολείο τους. Όμως δεν είχε τελειώσει το σχολείο της περιοχής τους, γιαυτό δεν τον έβλεπαν. Ήταν πρωτοετής στην Αγγλική Φιλολογία, υπερηφανεύτηκε και, η Στέφη δήλωσε πως είχε μια δουλειά κι έφυγε κρυφογελώντας βιαστική.

Το φλερτ προχώρησε και ένα μήνα μετά, εκεί στο παγκάκι, δυο στενά απόσταση από το σπίτι της Μαίρης, γεύτηκε επιτέλους το πρώτο της ερωτικό φιλί κι ήταν υπέροχο! Τόσο υπέροχο που έγινε έρωτας κι έπειτα αγάπη και τέλος οικογένεια.

Και πού αλλού να πήγαινε απόψε η Μαίρη για να κλάψει την αποτυχία; Ακούμπησε την πλάτη της στο παγκάκι κι άφησε ελεύθερη την ψυχή της να ξεσπάσει σε δάκρυα πολλά, καυτά και αλμυρά…

«Τι έφταιξε;» Αναρωτήθηκε μονολογώντας.

«Η φθορά…» Πήρε την απάντηση και κοίταξε γύρω της. Κανείς δεν υπήρχε! Ψυχή δεν ήταν πλάι της, πίσω της, μπροστά της!

«Ποιος είσαι;» Ρώτησε τρομαγμένη ρουφώντας τη μύτη της.

«Η ζωή σου είμαι. Η αλήθεια και ο ρεαλισμός. Για κοίταξε γύρω σου, ψάξε μέσα σου και πες μου τι έμεινε όπως ήταν;»

«Η αλήθεια και ο ρεαλισμός; Τι εννοείς και ποιος είσαι επιτέλους; Με φοβίζεις…»

«Ο φίλος σου, το παρεάκι σου. Σε μένα καταλήγεις κι εσύ και τόσοι άλλοι. Απορώ μάλιστα που δεν με αναγνωρίζεις.  Λοιπόν, το παγκάκι σας είμαι!»

Τι παιχνίδια της έπαιζαν τα νεύρα της βραδιάτικα; Λες και το παγκάκι είχε ψυχή! Σηκώθηκε και ξανακάθισε στο λεπτό.

«Φυσικά κι έχουμε ψυχή, όμως αλλιώτικη από τη δική σας. Πιο ελεύθερη, αλλά και πιο ταλαιπωρημένη. Εμάς κανείς δεν μας ρωτάει αν μπορούμε, αν αντέχουμε τόσα βάσανα, τόσους ψεύτικους έρωτες, τόσες αποτυχημένες ζωές, ιδεολογίες, πολιτικές…»

Κι όμως το παγκάκι της μιλούσε μα, πάλι δεν μπορεί… Η ψυχή της κλονισμένη της έπαιζε παιχνίδια. Τρελαινόταν! Και μήπως είχε άδικο; Ο άνδρας της, ο Πάνος της, ο έρωτας, η αγάπη και ασφάλεια της, την άφησαν πέρσι τόσο ξαφνικά. Ήταν αλλού εδώ και καιρό, έτσι της είχε πει ψυχρά και πώς να το χωνέψει; Κι όμως ήταν αλήθεια. Τον άλλο μήνα θα ξαναπαντρευόταν. Της το είχε μεταφέρει η κόρη της που σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη. Ο γιός της; Δύο μήνες πριν είχε φύγει για τη Γερμανία. Είχε τελειώσει πληροφορική και δω δεν θα ’χε στον ήλιο μοίρα, της έλεγε και είχε δίκιο.

Κι αυτή θα ’παιρνε πρόωρη σύνταξη του χρόνου. Έτσι υπολόγιζε, μα κρατώντας πριν το χαρτί, εκείνο το κατάλευκο-μουτζουρωμένο, είχε αλλάξει γνώμη. Αν άφηνε και τη δουλειά της…

«Λοιπόν; Όπως βλέπεις δεν είσαι εσύ μονάχα μες τα βάσανα. Εσύ έχεις μόνο τα δικά σου. Εγώ όλων σας! Χτες ήταν εδώ μια μάνα, ξένη, από άλλη χώρα. Χειρότερη από τη δικιά μας. Έτσι έλεγε στο παιδί της που ήταν δεν ήταν δεκατέσσερα κι έκλαιγε. Δεν ήξερε τη γλώσσα, δεν καταλάβαινε τίποτα στο σχολείο και τα άλλα παιδιά το βασάνιζαν με τις κοροϊδίες. Η μάνα αντί για παρηγοριά, έκλαιγε όπως εσύ τώρα. Είχε κι εκείνη τα δικά της. Τα μισά από τα σπίτια που καθάριζε, δεν την είχαν ανάγκη πια. Να βγει στη δουλειά, έλεγε στο παιδί της κι έπρεπε να έβλεπες τα μάτια του μικρού. Μεγάλα σαν μπαλόνια άνοιξαν.»

«Κι εσύ τι έκανες;»

«Τίποτα. Μόνο άκουγα. Δεν είχα λύσεις να προτείνω. Δεν υπάρχουν για όλα λύσεις ξέρεις… Για έλα μια φορά μετά τις τρεις. Αυτήν την ώρα εσύ κοιμάσαι στα ζεστά σου…»

«Να ’ξερες πόσες νύχτες έχω να κοιμηθώ…»

«Σε καταλαβαίνω, μα ξέρεις λίγοι είναι πια οι άνθρωποι που κοιμούνται ή που κοιμούνται ξέγνοιαστα. Παρ’ το απόφαση. Τη ζωή σας εσείς οι άνθρωποι τη χαλάσατε. Κανείς δεν σας έφταιξε αν το καλοσκεφτείς.»

«Ίσως έχεις δίκιο…»

«Ίσως; Για ξανασκέψου το. Όχι τώρα. Όταν θα είσαι στο σπίτι σου. Προσπάθησε να διακρίνεις τα λάθη και μέτρα τη ζωή σου ειλικρινά. Ψάξε τα γεγονότα απλά και όχι με εγωισμό και αλαζονεία.»

«Πού έκανα λάθος; Τον Πάνο τον αγαπούσα. Τα παιδιά μου τα ονειρευόμουν πάντα κοντά μας. Κοιτούσα στο μέλλον και μ’ έβλεπα ηλικιωμένη με τον Πάνο, τα εγγόνια μας, να προσφέρω βοήθεια στα παιδιά μας για να μεγαλουργήσουν στις καριέρες τους. Κι όμως όλα γκρεμίστηκαν. Ακόμα και η χώρα μας.»

«Δεν γκρεμίστηκε, την γκρεμίσατε Μαίρη. Κι όσο για την αγάπη σου με τον Πάνο… ψάξε και θα βρεις. Σου θυμίζω: εσύ ανέβηκες ψηλά στην τράπεζα. Μια θέση πριν τον διευθυντή κι εκείνος διοικεί μια αλυσίδα φροντιστηρίων ξένων γλωσσών. Πότε είχατε χρόνο για την αγάπη σας; Για τα όνειρα σας; Θυμάσαι που πριν χωρίσεις ακόμα, ερχόσουν εδώ σε μένα, επειδή ήσουν μόνη; Ο Πάνος γύριζε καθημερινά μετά τις δώδεκα. Γκρίνιαζες, σε άκουγα, μα ταυτόχρονα δόξαζες και τον Θεό σας που δεν σας έλειπε τίποτα…»

«Και ποιο είσαι συ που θα μας κρίνεις τόσο αυστηρά;»

«Το παγκάκι σου είμαι και μη θυμώνεις. Δεν σου παίζω το ξύπνιο. Αυτά τα αφήνω για σας τους ανθρώπους με τις σκλαβωμένες ψυχές. Εγώ έχω άλλα κριτήρια. Πριν από σένα, κάθονταν εδώ οι παππούδες και οι γιαγιάδες σας. Άλλες γενιές. Κι αν θες να μάθεις, εμένα μ’ έβαλαν εδώ σχεδόν αμέσως μετά τον πόλεμο…»

«Μετά τον πόλεμο; Κατάλαβα!»

«Τίποτα δεν κατάλαβες. Τότε οι άνθρωποι κάθονταν πάνω μου και δεν μίλαγαν για καριέρες, λεφτά και περιουσίες. Κι όσοι είχαν βιώσει τον όλεθρο του πολέμου, μιλούσαν για τον θάνατο, για τα χέρια τους που ήταν για χρόνια βουτηγμένα στο βούρκο και στο αίμα. Για τα μάτια τους που κοίταζαν θολά μέσα από τις λάσπες τον διπλανό τους σκοτωμένο. Τότε, για αυτούς η αγάπη και η ανθρωπιά είχαν άλλη διάσταση. Κάθονταν κι όσο κουβέντιαζαν, μοιράζονταν ένα ξεροκόμματο στα τρία ή στα τέσσερα κι ένα τσιγάρο άλλαζε χέρια μέχρι να γίνει μια… μια τόση δα γόπα…»

«Κι έτσι τα δικά μου δάκρυα, σου φαίνονται τιποτένια, μα πίστεψε με, δεν είναι…»

«Σε πιστεύω επειδή κι εσείς ζείτε έναν άλλο πόλεμο ή τουλάχιστον έτσι πιστεύετε.»

«Γιατί πόλεμος δεν είναι κι αυτός; Οικονομικός, κοινωνικός…»

«Εγωιστικός θα έλεγα. Πολεμήσατε την απλότητα. Ό,τι κι αν έχετε αποκτήσει σας φαίνεται λίγο. Ό,τι κι αν λέει ο άλλος, δεν το ακούτε, επειδή υπάρχει το «εγώ» σας. Εγώ, αυτό καταλαβαίνω κι έχω ακούσει και δει και θα δω ακόμα κι άλλα τόσα, άσχετα που δεν με υπολογίζει κανείς σας. Άλλοι περνάνε κι αφήνουν σκουπίδια πάνω μου. Χάρτινα ποτήρια, σακούλες πλαστικές, χαρτοπετσέτες… μόνο ο άνεμος με καταλαβαίνει όταν νευριασμένος σαρώνει τα πάντα από πάνω μου.»

«Ναι, έτσι είναι.»

Είπε η Μαίρη ντροπαλή, μη ξέροντας αν όλο αυτό που ζούσε ήταν αληθινό ή δημιούργημα της φαντασίας της. Ή ίσως κι ένα παιχνίδι του υποσυνείδητού της. Όμως ό,τι κι αν ήταν της άρεσε, την ηρέμησε. Είχε χαϊδέψει την ψυχή της! Τόλμησε μια-δυο ερωτήσεις ακόμα, μα τίποτα… Έτσι, κοντοστάθηκε λίγο πριν φύγει και σαν έφτασε στο σπίτι, άρπαξε εκείνο το λευκό χαρτί που δεν έμοιαζε πια μουτζουρωμένο και, το καταχώνιασε μέσα σ’ ένα συρτάρι…

                        

 

                                  Τέλος.

2 σχόλια: